Καλώς ήρθατε!!!

Άν μας επισκεφτείτε, ευχόμαστε Κ α λ ό ... κ ο υ ρ ά γ ι ο ! ............... γίνονται καινούργιοι νόμοι, χωρίς να μας ζητούν τη γνώμη !



Με κάθε επιφύλαξη, Κυριακή γιορτή και σχόλη νάταν η βδομάδα όλη .............
Η γενιά του πολυτεχνίου ξεκίνησε με καλές προθέσεις, αλλά στην πορεία οι περισσότεροι πρωτεργάτες με τις παρεούλες τους, έγιναν αριστεροί με δεξιές τσέπες, είπε "ανώνυμος πολίτης"
Οι αριστερές τσέπες σήμερα, είναι πιο γεμάτες απ τις δεξιές, είπε ο kapaka pappas
Είναι ορεινό χωριό, έδρα του Δήμου ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ. Απέχει 29 χιλ. από την Άρτα και 25,4 χιλ. από τον κόμβο της ΙΟΝΙΑΣ οδού, που κάποια μέρα θα τελειώσει. που θα πάει;

ύτοι συνέχθειν, αλλά συμφιλείν έφυν - Αντιγόνη - (Μα να μισώ δεν έγινα, γεννήθηκα για να αγαπώ)


Λαογραφική Παράδοση


Λ Α Ο Γ Ρ Α Φ Ι Κ Η  Π Α Ρ Α Δ Ο Σ Η

Η πούλια και η ξένη φωνή

Απόσπασμα από το Βιβλίο του Ανδρέα Παππά «επιστροφή στο παρελθόν»  Ιούνιος 1987

«Χαρά στα μάτια που θα ιδούν πρωτοθερτιά την πούλια».
Όποιος δει την πούλια την πρώτη του Ιούνη, με το παλιό ημερολόγιο, θα φτιάσει χίλια πρόβατα. Έτσι έλεγαν οι παλιότεροι.

Αυτή τη μέρα η πούλια βγαίνει με την ανατολή του ήλιου, γι’  αυτό κανένας δεν μπορεί να τη δει με γυμνό μάτι.
Εμένα μου φαινόταν πως είχα καθαρότερα μάτια και θα την έβλεπα.
Ήμουν δεκατριών χρονών και φύλαγα στο βουνό το στερφοκόπαδο, επί το πλείστον αρνιά και λίγα κριάρια. Παιδικό μου όνειρο ήταν να γίνω μεγάλος βλάχος, ένας τσέλιγκας των παραμυθιών. Αφού στα 12 τελείωσα το Δημοτικό σχολείο στα 13 μου χρόνια, νόμιζα πως ήρθε η ώρα  της επίτευξης του μεγάλου στόχου. Πρώτα – πρώτα, έπρεπε να δω την πρωτοθερτιά την πούλια. Πίστευα ότι αν έβλεπα την πούλια, σύμφωνα με την δοξασία - παράδοση όλα τ άλλα ήταν εύκολα. Η τύχη  θα ήταν για πάντα μαζί μου, με μια μικρή προσπάθεια οι πόθοι μου θα εκπληρώνονταν  κατά  λογική συνέπεια.

Έτσι το αποφάσισα, την πρώτη Ιουνίου, να ξημερωθώ στην κορυφή του βουνού. Πολλές ώρες πριν ξημερώσει έπιασα την κορυφή του Γεραμπή*  και περίμενα το γλυκοχάραμα. Στη θέση αυτή δεν υπήρχε άλλη ανθρώπινη ψυχή.  Εγώ τυλιγμένος στην κάπα μου, πιο πέρα το στερφοκόπαδο γραικισμένο** και ένα αηδονάκι που κελαηδούσε όλη τη νύχτα.
Πλησίαζε το ξημέρωμα και η νύστα έραβε τα μάτια μου. Για να μην αποκοιμηθώ έβγαλα την καπνοσάκουλα, «έστριψα μια τσιγάρα» και την άναψα με ίσκα και πριόβολο.  Μόλις τράβηξα δυο ρουφηξιές, μέσα στην ήρεμη φύση, άκουσα πεντακάθαρα μια αντρική φωνή  ΩΧ !  ΟΧ !!.  ωχ-ωχ !
Από το φόβο μου ξέχασα τα χίλια πρόβατα. Ξεγραίκιασα το κοπάδι, μπήκα ανάμεσά τους και ροβόλησα χαμηλότερα για να πλησιάσω άλλα κοπάδια. Ξάγρυπνος με αγωνία περίμενα να φέξη όχι να δω την πούλια, αλλά για να μου φύγει ο φόβος. Το πρωί ξανανέβηκα στην βουνοκορφή και ερεύνησα το μέρος αυτό. Δεν υπήρχε ψυχή. Δεν υπήρχε ούτε άνθρωπος ούτε κοπάδι !!!
Το πρώτο και μεγαλύτερο παιδικό μου όνειρο διαψεύστηκε στην ηλικία των 13 ετών. Σ όλη μου τη ζωή έμεινα ένας μικρός ασήμαντος βοσκός.

Γεραμπή* Είναι η ψηλότερη κορυφή του βουνού της Καλεντίνης με υψόμετρο 1750 μέτρα. «Δόξα νάχει ο Γεραμπής» = Δάξα νάχει ο ύψιστος.
γραικισμένο** (κοπάδι) πεσμένο για ύπνο και ξεκούραση. 
Κώστας Α. Παππάς Καλεντίνη  8 Ιουλίου 2011
Ανδρέας Αγγ. Παππάς με τα πρόβατά του  (έτος γεν. 1926)



Η νεράιδα στο Βαλαρίτη ποταμό

Την παλιότερη εποχή πολλοί άνθρωποι διέδιδαν φήμες ότι τις νύχτες συνάντησαν πειρασμικά, διαόλους,  ξωτικά, φαντάσματα και διέφυγαν τον κίνδυνο χάρη στην τόλμη και την ψυχραιμία που τους διέκρινε.

Δεν ήταν λίγοι και εκείνοι που διέδιδαν ότι σε καταπράσινες κοιλάδες, την ημέρα συνάντησαν πολύ όμορφα και ακίνδυνα πλάσματα, τις νεράιδες.
Σύμφωνα με την τοπική  παράδοση οι νεράιδες ήταν πανέμορφες νεαρές υπάρξεις, σύχναζαν σε κοιλάδες, και ακροποταμιές. Έπλεναν ή άπλωναν τα ρούχα τους να στεγνώσουν. Ήταν μόνες ή παρέα δυο – τρεις. Ποτέ δεν συνοδεύονταν από άντρες.
Οι τολμηροί και ωραίοι άντρες της εποχής εκείνης, όταν συναντούσαν τα εξωτικά αυτά πλάσματα τα πλησίαζαν ευγενικά, αλλά αυτά εξαφανίζονταν μπροστά στα μάτια τους. Ελάχιστοι τις άγγιξαν και ακόμη πιο λίγοι κατάφεραν ν αρπάξουν το μαντίλι που φορούσαν. Εκείνοι ήταν οι τυχεροί, οι νεράιδες σαν αιχμάλωτες τους ακολουθούσαν μέχρι το σπίτι και δεν έφευγαν χωρίς να πάρουν το μαντήλι τους.  Μάλιστα φημολογούνταν ότι κάποιες παντρεύτηκαν και έκαναν παιδιά. Αν όμως κατάφερναν να κλέψουν το μαντίλι απ τον άντρα τους εξαφανίζονταν για πάντα, εγκαταλείποντας και παιδιά τους !
   
Αυτές οι δοξασίες της παράδοσης είχαν ριζώσει στη  σκέψη των προγόνων  μας. Οι περισσότεροι τις πίστευαν  ως πραγματικά γεγονότα.
Εντύπωση μου έκανε ότι σ όλες τις περιοχές της Ελλάδος, με διαφορετικά ήθη και έθιμα, οι απόψεις των κατοίκων για τις νεράιδες δεν διέφεραν καθόλου. Λες και ήταν ένα πασίγνωστο Πανελλαδικό γεγονός.
Ο γείτονάς μου ο Στάθης  Γκίτικας κατάγεται από τη Λιβαδειά. Κάνουμε τακτικά παρέα. Ένα βράδυ συζητούσαμε για τις νεράιδες. Μου έκανε εντύπωση ότι σαν μικρό παιδί απ τον πατέρα του άκουσε ακριβώς τις ίδιες με εμένα δοξασίες.
Πρόσθεσε μάλιστα την παρακάτω ιστοριούλα.
Στη Λιβαδειά ένα ταράφι* φημολογείται ότι είναι νεραϊδογέννητο. Τον προηγούμενο αιώνα ένας νεαρός άντρας της περιοχής κατάφερε και πήρε το μαντίλι μιας νεράιδας. Η νεράιδα τον ακολούθησε στο σπίτι και έμεινε μαζί του. Παντρεύτηκαν, έκαναν  παιδιά και η νεράιδα συμπεριφερόταν όπως όλες οι άλλες γυναίκες. Τα χρόνια όμως δεν άγγιζαν την εμφάνισή της. Παρέμεινε νέα, λαμπερή  και ωραία όπως την πρωτογνώρισαν. Το μαντίλι ο άντρας της το είχε κρύψει, αλλά αποκτώντας μεγάλη εμπιστοσύνη σ ένα πανηγύρι εμφάνισε το μαντήλι  και μ αυτό την κράτησε να χορέψει. Σε κάποια στροφή η νεράιδα τράβηξε με δύναμη το μαντίλι, το οποίο ξέφυγε απ το χέρι του άντρα της. Έκπληκτο το πλήθος παρατήρησε ότι η νεράιδα με το μαντήλι στο χέρι χόρευε μόνη της, ενώ σιγά – σιγά ανέβαινε προς τον ουρανό και εξαφανίστηκε για πάντα. Τα παιδιά της μεγάλωσαν έκαναν οικογένειες και όλοι οι σημερινοί απόγονοι, συνεχίζουν να έχουν μια σπάνια ομορφιά.

Ο πατέρας μου νεαρός, κάθε χειμώνα και άνοιξη, έβοσκε τα πρόβατά του στο Μεσινό Ζυγό. Τότε η περιοχή ήταν ιδιοκτησία του μοναστηριού Ροβέλιστας και ο πατέρας του νοίκιαζε το χειμωνιάτικο και ανοιξιάτικο λιβάδι. Αργότερα το  Κράτος απαλλοτρίωσε την περιοχή και την παραχώρησε στους κατοίκους της κοινότητας Διασέλλου.         
Στην τοποθεσία Γύρες του Βαλαρίτη ποταμού, πάνω από ένα μεγάλο γκρεμό ήταν ένα ίσιωμα, εκεί ο πατέρας μου γραίκιαζε τα πρόβατά του. Κάποια ανοιξιάτικη μέρα,  το γιόμα**, πλησίασε το γκρεμό και αγνάντεψε την κοίτη του ποταμού.  Έκπληκτος είδε στη λάκα, πιο πέρα απ την κοίτη του ποταμού, μια νεαρή γυναίκα ν απλώνει φρεσκοπλυμένα ρούχα, να στεγνώσουν στο μεσημεριάτικο ήλιο.  Σάστισε, εκεί ήταν ερημιά,  κοντά δεν έμεινε καμία οικογένεια. Ήταν αδύνατο κάποια γυναίκα να περάσει τόσα λαγκάδια με γάργαρο νερό και να πάει τόσο μακριά να πλύνει τα ρούχα της οικογένειά της.
Η ευθεία απόσταση δεν ξεπερνούσε τα 150 μέτρα. Ήταν τόσο κοντά, την έβλεπε τόσο καθαρά. Αν ήταν γυναίκα του πλησιέστερου συνοικισμού θα την αναγνώριζε οπωσδήποτε. Την κοίταξε προσεκτικά, έλαμπε, ήταν λυγερόκορμη, πανέμορφη και άγνωστη.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, αυτή είναι νεράιδα, πρέπει να την πλησιάσω κι αν μπορέσω να της πάρω το μαντήλι, σκέφτηκε. Ευθεία δεν μπορούσε να προχωρήσει ήταν ο κρημνός. Έπρεπε να κατέβει στο ποτάμι απ την πίσω πλευρά του λόφου, η απόσταση απ το μονοπάτι αυτό ξεπερνούσε τα 400 μέτρα, αλλά άλλος τρόπος να την πλησιάσει δεν υπήρχε.  Αστραπιαία το αποφάσισε και τρέχοντας κατέβηκε απ το μονοπάτι στο Βαλαρίτη ποταμό. Πλησίασε προσεκτικά τη λάκα, αλλά δεν βρήκε ούτε γυναίκα, ούτε απλωμένα ρούχα, ούτε τη νεράιδα !  Η απόλυτη ησυχία απλωνόταν στην ερημική φύση !
Εκείνη τη στιγμή ένα δεύτερο παιδικό – εφηβικό όνειρο είχε πεθάνει μέσα του. Η νεράιδα δεν τον θέλησε για άντρα της, επομένως έπρεπε να παντρευτεί κι αυτός μια «κοινή θνητή» όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι.


Υστερόγραφο
Η μάνα μου σήμερα (12-7-2011) πρόσθεσε  «αυτόν τον σβαρνιάρη θα έπαιρνε για άντρα της η νεράιδα» ;
Μάνα, Δυστυχώς η νεότητα είναι προσωρινή, τα χρόνια περνούν σαν όνειρο και ακολουθούν τα βαρετά γηρατειά. Ο νέος, ο ωραίος, ο κομψός γίνεται γέρος, άσχημος, άκομψος ακόμα και σβαρνιάρης. Έτσι, είναι η ζωή.  Ας τη χαρούμε, ας την απολαύσουμε όσα χρόνια μπορούμε. 

ταράφι* = σόι, οι απόγονοι που έχουν το ίδιο επώνυμο.
το γιόμα** = λίγο πριν το μεσημέρι


Κώστας Α. Παππάς Καλεντίνη 12 7-2011.


φωτογραφία (ζωγραφιά) Κώστας Καστρινός Αγγελόκστρο Αγρινίου
Μεγενθύντετη να την απολαύσετε


Ο διάλυσος

Ο διάλυσος ήταν ένα μεταλλικό αντικείμενο αγνώστου προελεύσεως και είχε, κατά την παράδοση,  την ιδιότητα να διευκολύνει τη γέννηση των παιδιών.
Η μάνα μου είχε δύσκολη εγκυμοσύνη και απ τον Ξηρόκαμπο της έστειλαν το διάλυσο.  Είχε χρώμα ασημί και μέγεθος μικρού κέρματος. Ήταν τρυπημένος στην άκρη και με μια αλυσίδα, μπορούσες να τον φορέσεις στο λαιμό σα φυλαχτό. Την συμβούλεψαν, να  δώσει στο παπά να διαβάσει το διάλυσο και για μερικές μέρες  να τον αφήσει στην εκκλησία. Ύστερα να τον φορέσει για να γεννήσει ανώδυνα. Η μάνα μου γέννησε πριν τον χρησιμοποιήσει. Αργότερα τον πήρε απ την εκκλησία και τον επέστρεψε στον κάτοχο.
 Διάλυσο ελάχιστοι άνθρωποι  είχαν. Ήταν κάτι πολύ σπάνιο, δεν υπήρχε στο εμπόριο. Κατά την παράδοση τον εύρισκαν σπανιότατα στις κορακοφωλιές. Όταν τα κλωσημένα αυγά δεν έβγαζαν πουλάκια ο κόρακας χρησιμοποιούσε το διάλυσο.

Ο κόρακας είναι σπάνιο πουλί, μοιάζει αλλά δεν έχει καμία σχέση με τις κουρούνες που αφθονούν στην Ελληνική ύπαιθρο. Ζει περισσότερα από 200 χρόνια, εξού και η λέξη κοράκιασε*,  φτιάχνει τη φωλιά του σε απάτητους** κρημνούς.
Ο πατέρας μου, έφηβος, βόσκοντας τα πρόβατά του στα Βαλαριά, εντόπισε μια κορακοφωλιά. Σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί την περίπτωση. Επεχείρησε να πάρει τα αυγά με σκοπό να τα βράσει και να τα επιστρέψει στη φωλιά. Ο κόρακας σύμφωνα με την παράδοση θα εύρισκε ή θα έφτιαχνε το διάλυσο. Φυσικά απ τα βρασμένα αυγά δεν θα έβγαιναν πουλάκια, αλλά ο πατέρας μου θα έκλεβε το διάλυσο απ τη φωλιά του κόρακα. Στάθηκε όμως αδύνατο να πλησιάσει τη φωλιά του, επειδή ο κρημνός ήταν πράγματι απάτητος. 
Έτσι το εγχείρημα απέτυχε και ένα άλλο εφηβικό όνειρο έσβησε. 
Κοράκιασε*  = έζησε πάρα πολλά χρόνια.
Απάτητος**= απροσπέλαστος, απλησίαστος, είναι αδύνατο να πατηθεί.

Κώστας Α. Παππάς  Καλεντίνη  10-7-2011

Ανδρέας Αγγ. Παππάς




Το μάτιασμα 


Το μάτιασμα σήμερα αποδεικνύεται και επιστημονικά. Τότε που ήμουν μικρός,  θεωρούνταν  πρόληψη,  σαν εκείνες της μαύρης γάτας, των πειρασμικών,  της νεράιδας, των φαντασμάτων.  

Μικρό παιδάκι ρώτησα τον παππού μου.

-          Πιστεύεις στο μάτιασμα, έχεις πάθει ποτέ κακό από το μάτι;
-          Ναι, παιδί μου, απάντησε εκείνος, κακό δεν έπαθα, αλλά στην ηλικία σου είδα κάτι πολύ παράξενο, ακόμα το θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια.
-          Ξέρεις εμένα τα παράξενα μ αρέσουν, πε μου τι έγινε; και ο παππούς συνέχισε:
-          Έπαιζα έξω απ το παλιό το σπίτι, σ εκείνο το σπίτι,  η στράτα  (δρόμος) για τον κείθε δήμο (Δήμο Τετραφυλίας) περνούσε δίπλα απ τ  αλώνι.  Στην άκρη του αλωνιού, ο πατέρας μου έστησε στον τοίχο, μια πλάκα πολύ λεπτή και πολύ μεγάλη, την προόριζε να φτιάσει γωνιά* έξω από το σπίτι.           
 Πολλές φορές οι διαβάτες (πεζοπόροι περαστικοί)  σταματούσαν να ξαποστάσουν και να πιούν λίγο  νερό.  Σταμάτησε και ένας σιαπανίσιος**  γνωστός του πατέρα μου, έκατσε στο πεζούλι να ξαποστάσει. Η θειάκο μου, του έβαλε μια λίτρα*** νερό απ τη βαρέλα. Όταν  ήπιε το νερό,  κοίταξε περίεργα την πλάκα λέγοντας, καλά, που τη βρήκε ο Αντρίας τέτοια πλάκα !  πριν η θειάκο απαντήσει,  η πλάκα χωρίς να πέσει άρχισε να σπάει σε μικρότερα κομμάτια. Τελικά όλη η πλάκα έγινε χαλίκια. Ο άνθρωπος ντροπιασμένος και στενοχωρημένος, έφυγε χωρίς να πει άλλη κουβέντα. Εγώ φοβήθηκα και έπεσα στην αγκαλιά της θειάκος μου.
    
Τα ίδια ρώτησα και τον πατέρα μου, ο οποίος απάντησε:
-          Στ Κτσού (τοποθεσία του βουνού Σιαφάκας) ένα καλοκαιριάτικο γιόμα (πριν το μεσημέρι) στην καλύβα ξέπεσε ένα Καταβοθριάνος (Αστροχωρίτης). Βράσαμε γάλα, φάγαμε και τ απόγευμα πριν φύγει,  σκάρισαν τα πρόβατα και πέρασαν έξω απ την καλύβα.  Ο επισκέπτης ρίχνει μια ματιά στα πρόβατα και λέει:
Εκείνη τη βάκρα από που την κονόμησες;   τι ράτσα είναι;  πα, πα, πα …. Αυτή είναι πρατίνα !!!  Έδωσα κάποια απάντηση και ο άνθρωπος έφυγε.
Αργά το βράδυ τα πρόβατα ανέβηκαν πιο ψηλά στο βουνό, γρέκιασαν και έπεσα δίπλα τους,  τυλιγμένος στην κάπα μου να κοιμηθώ. Ενώ ήταν ησυχία, αστροφεγγιά χωρίς φεγγάρι, άκουσα ένα θόρυβο, κάτι άρχισε να τρέχει γύρω απ το κοπάδι, τα πρόβατα αναστατώθηκαν κι άρχισα να χουχουτάω. Μέσα στην αστροφεγγιά,  διέκρινα ότι αυτό που κόσεβε (έτρεχε)  ήταν πρόβατο, αλά δεν κατάφερνα να το σταματήσω. Τελικά πηδώντας σ ένα τσιογκάρι (βράχο) σκοτώθηκε. Πλησίασα, άναψα τον αναπτήρα και είδα τη  βάκρα  ψόφια !         

Πριν από αρκετά  χρόνια, τη δεκαετία του 80,  μια εβδομάδα του Απρίλη έκανε  πολύ ζεστή. Ένα απόγευμα με μια φίλη μου πήγαμε στη Λούτσα (Αρτέμιδα Αττικής).

Στρώσαμε τις πετσέτες μας στην αμμουδιά και ρεμβάζαμε. Αραιά και που, μερικοί έκαναν μπάνιο. Εγώ βούτηξα και για πέντε λεπτά,  εκείνη όχι.
Ξαπλωμένοι στις πετσέτες εκείνη λέει:
- Δεν στο είπα, εγώ ματιάζω.
Γέλασα,  κάνοντας πως δεν πιστεύω σε τέτοιες προλήψεις. Εκείνη συνεχίζει:
- Βλέπεις αυτό το παιδάκι,  που κάνει βόλτα με το ποδήλατο στην αμμουδιά;
- NAI
- Σε μισό λεπτό θα πέσει !
Δεν πέρασαν 15 δευτερόλεπτα και το παιδί έπεσε ! Πάλι ξαναγέλασα, θεωρώντας το σύμπτωση.
- Εσύ είσαι άπιστος Θωμάς, μου λέει, αλλά αύριο το πρωί στις 10,  θα δεις τι θα πάθεις !

Το πρωί καθισμένος στην καρέκλα εργασίας του Ταχυδρομείου Αμπελοκήπων, αισθάνθηκα το χέρι μου λίγο μουδιασμένο. Το τέντωσα να ξεπιαστεί. Κάνει ένα κρακ και νοιώθω αφόρητους πόνους.  Κοιτάζω το ρολόι και η ώρα ήταν 10. 05΄. Το έτριβα, το ξανατέντωνα, αλλά επί μισή ώρα πονούσα πολύ. Κάποια στιγμή έκανε πάλι ένα κρακ και ο πόνος πέρασε.

Από τότε μην είδατε τον Παναγή. Με τη φίλη δεν ξανασυναντήθηκα.

γωνιά*= Ήταν ένας εξωτερικός χώρος, γύρω-γύρω κτισμένος περί τους 70 πόντους με πέτρες. Κάτω ήταν μια μεγάλη λεπτή πλάκα, πάνω σ αυτή άναβαν οι νοικοκυρές φωτιά να μαγειρέψουν στον τέντζερη ή να ψήσουν στη γάστρα.   
σιαπανίσιος**=  κάτοικος του δήμου Τετραφυλίας.
λίτρα***= τενεκεδένιο δοχείο, που το χρησιμοποιούσαν αντί για ποτήρι.

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ  Μάρτιος 2012. Κώστας Α. Παππάς 



Οι Δαίμονες 


Φημολογείται  ότι περί το 1900 μ.χ.  σε πολλές περιοχές του κόσμου,  ο δαιμονισμός έφτασε στην αποκορύφωσή του. Οι εξειδικευμένοι στην επίκληση πνευμάτων  μπροστά σε ομάδες περιέργων έκαναν τα «θαύματά τους». 


Σε σκοτεινά δωμάτια καλούσαν  πνεύματα και άνοιγαν διάλογο μαζί τους. Οι προσκεκλημένοι άκουγαν ομιλίες, φωνές, κραυγές, αλλά ποτέ δεν έβλεπαν τις εικόνες των πνευμάτων - δαιμόνων.  Ούτε οι φωτογραφικές  μηχανές εμφάνιζαν εικόνες πνευμάτων.  Αντίθετα άλλες συσκευές κατέγραφαν τις ομιλίες τους !!!   


Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στην περιοχή μας.
Φημολογούνταν ότι στη Μονάστρα απέναντι απ τον Ξηρόκαμπο,  οι κάτοικοι υπέφεραν, επειδή  εκεί συχνά -  πυκνά  εμφανίζονταν πειρασμικά.   Ακόμη και εγώ θυμήθηκα γέροντες που υποστήριζαν ότι τα πειρασμικά στη Μονάστρα  δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα στους  κατοίκους του οικισμού.  Οι κάτοικοι για να τα διώξουν έριχναν στη φωτιά χοντρό αλάτι  που έσκαγε και έκαιγαν λάστιχα. 
Φημολογούνταν ότι και σε πολλούς άλλους οικισμούς της περιοχής μας συνέβαιναν παρόμοια περιστατικά. Οι τότε γέροντες μολογούσαν ότι αντιμετώπισαν οι ίδιοι φανταστικές καταστάσεις εμφάνισης πειρασμικών. 

Μια ιστορία αναφέρεται στο Μήτσιο Μαυρομάτη. Ο Μήτσιος έμεινε στα Μαυρομματαίικα (Καστανιά).  Είχε κάποιο πρόβλημα «τρέλας» και γι αυτό δεν απέκτησε οικογένεια. Κατά διαστήματα έφευγε απ την καλύβα του και πήγαινε για πολλές ημέρες στο φαράγγι Χαβούζες (ανάμεσα Ξηροκάμπου & Μονάστρας).   Εκεί στη ρεματιά ανέβαινε σ ένα απάτητο κρημνό και καθόταν νηστικός πολλές μέρες. Οι συγγενείς πήγαιναν εκεί και τον παρακαλούσαν να γυρίσει στην καλύβα του, επειδή ήταν αδύνατο να πλησιάσουν το σημείο του κρημνού και να του προσφέρουν φαγητό ή άλλου είδους βοήθεια.  Πάντα τους έλεγε,  φύγετε εσείς και θα έρθω μόνος μου. 
Όταν ήταν στις καλές του ισχυριζόταν ότι οι δαίμονες κατά διαστήματα τον έπαιρναν και τον ανέβαζαν στον κρημνό και εκείνοι τον γύριζαν ξανά στην καλύβα του.
Μια φορά πήγε ο Δημήτρη – Μαυρομάτης  για την αναζήτηση.  Πλησιάζοντας είδε το Μήτσιο να κάθεται σ ένα σημείο του κρημνού που μόνο κορακιού  φωλιά μπορούσε να ήταν!
Μήτσιο κατέβα κάτω, φώναξε ο Δημήτρης,
Δεν κατεβαίνω, απάντησε ο Μήτσιος,
Γιατί δεν κατεβαίνεις, ρώτησε ο Δημήτρης,
Δεν μ αφήνει ο ………..  αναφέροντας ένα όνομα δαίμονα, απάντησε ο Μήτσιος.
Το Χριστό σου, την Παναγία σου και σε σένα και του ……….. Τσακίσου και κατέβα συνέχισε οργισμένος ο Δημήτρης.
Από κλωνάρι σε κλωνάρι και από κλωνάρι σε ζωνάρα με γρήγορα πηδήματα ο Μήτσιος κατέβηκε δίπλα στο Δημήτρη σώος και αβλαβής.    
Φαίνεται πως το Δημήτρη τον φοβήθηκε και ο δαίμονας!

Η πιο φημισμένη περίπτωση στην περιοχή μας ήταν η περίπτωση «Τριαντάφυλλου».
Ο Τριαντάφυλλος ήταν ένας νορμάλ άνθρωπος παντρεμένος με παιδιά. Φημολογείτο  ότι έκανε επίκληση πνευμάτων διαβάζοντας τη Σολομωνική.  Είχε το χάρισμα ν αποκαλύπτει κλέφτες, ληστές και οποιουδήποτε άλλου είδους απατεώνες.  Η φήμη του ξεπέρασε τα όρια του νομού Άρτας, έγινε γνωστός   και στους κατοίκους  των όμορων νομών Αιτωλοακαρνανίας και Πρέβεζας.
Όταν κάποιοι τον επισκέπτονταν συζητούσε μαζί τους να μάθει λεπτομέρειες για το θέμα που τους απασχολούσε.  ‘Έπειτα πήγαινε σ ένα σκοτεινό δωμάτιο και έκλεινε την πόρτα.  Δεν άφηνε ποτέ κανένα να μπει στο δωμάτιο αυτό.
Διαβάζοντας τη Σολομωνική, καλούσε όλους τους δαίμονες της περιοχής και τους ανέκρινε αυστηρά,  ρωτώντας τι γνωρίζουν για το συγκεκριμένο περιστατικό. Πολλές φορές οι εκτός δωματίου επισκέπτες άκουγαν μαστιγώματα και ουρλιαχτά δαιμόνων.
Μερικές φορές κάποιος απ τους  δαίμονες άρχιζε να περιγράφει το περιστατικό σαν αυτόπτης μάρτυρας. Περιέγραφε πρόσωπα, ανέφερε τοποθεσίες,  ακόμη και ονόματα δραστών.  Στις περιπτώσεις αυτές οι θιγέντες κάνοντας την αναζήτηση αποκάλυπταν τους δράστες και  τα κλοπιμαία. 
Στα παιδιά του δεν αποκάλυψε ποτέ τις δεξιότητές του.  Προφανώς θεωρούσε ότι αυτό που έκανε ήταν κακό, επικίνδυνο, αντιχριστιανικό …….    
Κώστας Α. Παππάς  ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2015. 
  http://anokalentini.blogspot.gr/2015/10/blog-post.html


Μια βεντέτα στην περιοχή μας 

Πριν πολλά χρόνια και στην περιοχή μας γινόταν πολλές δολοφονίες εξ αιτίας προσωπικών διαφορών που χώριζαν τα ταράφια*.
Οι κυριότερες αιτίες ήταν οι κτηματικές διαφορές, οι ζωοκλοπές και οι λόγοι τιμής. Οι κάτοικοι δεν δεχόταν την προσβολή. Δεν περίμεναν το Νόμο να τους δικαιώσει. Η προσβολή ξεπλενόταν μόνο με αίμα, έτσι πίστευαν.
Όλα τα ταράφια ήταν ξενόφερτα. Ένα, δυο ή τρία αδέρφια, από διάφορα μέρη της Ελλάδας,  κυνηγημένα απ τους Τούρκους για εγκλήματα, έρχονταν εδώ στο Ραδοβύζι, κοντά στ Άγραφα και τα Τζουμέρκα που δεν πατούσε εύκολα Τούρκικο ποδάρι. Εδώ έβρισκαν το άσυλο να κάνουν οικογένεια. Έκαναν πολλά παιδιά ώστε πολύ γρήγορα να γίνουν ισχυρό ταράφι. Και εδώ οι συνθήκες ήταν δύσκολες.  Οι γείτονες, οι ανταγωνιστές ήταν και εκείνοι παλικάρια  και εκείνοι κατάγονταν από οικογένειες ηρωικές της κλεφτουριάς. Ποτέ δεν έλειπαν οι αντιδικίες και όλα τα ταράφια δεν δέχονταν μύγα στο σπαθί τους. Γ αυτό και εδώ οι βεντέτες ήταν κάτι πολύ συνηθισμένο φαινόμενο.
 Απ τα επίθετα των Ραδοβυζινών φαίνεται καθαρά ότι πολλά ταράφια κατάγονται από το Σούλι, από Γιάννενα, από τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο και την Κρήτη !
Την παρακάτω ιστοριούλα βεντέτας περιέγραψε στις 8-7-2011 ο Γιώργος Αθανασάκης απ τον Ξηρόκαμπο.
Στο σπίτι του Χρήστου Στόγια ένας Ζαφείρης επικεφαλής  αποσπάσματος  συνέλαβε το Μότσιο.  Ο Μότσιος ήταν κλέφτης, κατάγονταν από το βάλτο και ήταν Κουνιάδος του   Γιοταγάνα**. Ο Μότσιος ήταν παλικάρι και απείλησε το απόσπασμα λέγοντας ότι την πράξη τους αυτή,  θα την πληρώσουν με αίμα. Ο Ζαφείρης φοβούμενος αντίποινα, έδεσε το Μότσιο σ ένα δέντρο τον πυροβόλησε και τον σκότωσε.
Ένα βράδυ χωρίς φεγγάρι στη Μεγαλόχαρη, τη νύχτα στο σκοτάδι, ο Ζαφείρης  τη στιγμή που με το τσακμάκι του άναβε μια τσιγάρα, ένας πυροβολισμός ακούστηκε. Ο Ζαφείρης έπεσε νεκρός, ο δράστης  τον πυροβόλησε από απόσταση και εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ίχνη.
Ο Αντώνη Τζουβάρας απ τον Ξηρόκαμπο κουνιάδος του Ζαφείρη ανακάλυψε ότι δολοφόνος ήταν  ο  Γιοταγάνας.
Πριν περάσει χρόνος ο Αντώνη Τζουβάρας κρυφά,  γράδωσε** σε μια σουκίπα ***  ένα μπουλούκι γίδια του Γιοταγάνα.
Ο  Γιοταγάνας χωρίς να υποψιαστεί κάτι το πονηρό, πήγε να απεγκλωβίσει τα γίδια απ τον γκρεμό. Το εγχείρημα όμως ήταν πολύ δύσκολο, για να κατέβει στη σουκίπα έπρεπε να δεθεί με τριχιά. Τη στιγμή που ο Γιοταγάνας δεμένος κατέβαινε τον γκρεμό, ο Τζουβάρας  έκοψε με χατζάρι την τριχιά και ο Γιοταγάνας έπεσε στο βάραθρο νεκρός.
Οι Τζουβαρέοι διέδιδαν ότι ο θάνατος του Γιοταγάνα προήλθε από ατύχημα. Στο γκρεμό έλεγαν, είχε φωλιάσει ένα μελίσσι της Παναγίας. Ο Γιοταγάνας κατέβηκε το γκρεμό με σκοπό να πάρει το μέλι. Μόλις πλησίασε, η Παναγία του φώναξε «άπιστε, φύγε μακριά απ το μελίσσι μου». Αυτός  κοίταξε κατά πάνω να δει το πρόσωπό της. Αλλά τρομαγμένος «πέρασε»**** την τριχιά για φίδι. Με το χατζάρι που είχε ζωσμένο, χτύπησε το φίδι, κόπηκε η τριχιά και ο Γιοταγάνας γκρεμίστηκε.
Για πολλά χρόνια οι Τζουβαρέοι κράτησαν μυστικό το όνομα του τελευταίου δράστη, φοβούμενοι αντεκδίκηση.
Ευτυχώς που η βεντέτα σταμάτησε εκεί, χωρίς να χυθεί κι άλλο αίμα στο βωμό των αντιδικιών.                       
ταράφια* = σόι, οι απόγονοι που έχουν το ίδιο επώνυμο.
Γιοταγάνα**  Ήταν πατέρας του συχωρεμένου του Μήτσιου Γιοταγάνα.
γράδωσε** εγκλωβίστηκε.  όταν  ο απεγκλωβισμός ήταν αδύνατος χωρίς την παρέμβαση του βοσκού.
σουκίπα *** = ένα μικρό ίσιωμα και γύρω – γύρω κρημνός.
«πέρασε»****  =  έπαθε κάτι σαν οφθαλμαπάτη και του φάνηκε ότι η τριχιά ήταν φίδι.
Αφήγηση: Γιώργος Αθανασάκης Ξηρόκαμπος
Κώστας Α. Παππάς Καλεντίνη Ιούλιος 2011


Φωτογραφία Χρήστου (Αναγνώστη) Ζαχάρη.  Ο τελευταίος Καλεντινιώτης πού έζησε όλη του τη ζωή φορώντας φουστανέλα. Πέθανε και τάφηκε μ αυτή. Η φωτογραφία διασώθηκε σε βιβλίο του Α. Παππά, γραμμένο σε γραφομηχανή.